Υπάρχουν συναντήσεις στη ζωή του ανθρώπου που μένουν αποτύπωμα και συνοδεύουν τη μνήμη μας για πάντα. Για μένα, μία τέτοια παρουσία υπήρξε ο Λυκούργος Αγγελόπουλος, ο Άρχων Πρωτοψάλτης της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, ένας άνθρωπος που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στη διακονία της Βυζαντινής Μουσικής και στην υπηρεσία της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως.
(του Άκη Ν. Λιλιόπουλου)
Η πορεία και το έργο του διδασκάλου
Ο Λυκούργος Αγγελόπουλος γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1941. Η πορεία του από νωρίς έδειξε άνθρωπο με πνευματικές ανησυχίες και ισχυρό εσωτερικό προσανατολισμό. Σπούδασε νομικά στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μπορούσε να ακολουθήσει μία λαμπρή επιστημονική διαδρομή στον χώρο της νομικής. Η αγάπη του όμως για τη Βυζαντινή Μουσική είχε ήδη ριζώσει βαθιά μέσα του. Η ψαλτική τέχνη έγινε το κέντρο της ζωής του, η καθημερινή του μέριμνα και ο προσωπικός του αγώνας.
Μαθήτευσε κοντά στον μεγάλο δάσκαλο Σίμων Καρά και έλαβε δίπλωμα Βυζαντινής Μουσικής από το Μακεδονικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Από εκεί και πέρα αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη μελέτη, στην έρευνα, στη διδασκαλία και στην ερμηνεία της εκκλησιαστικής μουσικής. Ίδρυσε την Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία (ΕΛΒΥΧ) και την οδήγησε σε σπουδαία πορεία, με ηχογραφήσεις, συναυλίες και διεθνή παρουσία, μεταφέροντας την αυθεντική βυζαντινή παράδοση στην Ευρώπη, στην Αμερική, στην Ασία και στην Αφρική.
Η συμβολή του στην καταγραφή, στη διάσωση και στην ερμηνεία της βυζαντινής μουσικής υπήρξε πολύτιμη. Άφησε πίσω του ηχογραφήματα, μελέτες, άρθρα και διδασκαλία που αποτελούν ζωντανή παρακαταθήκη. Ιδιαίτερη υπήρξε και η παρουσία του στην Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση, όπου επί δεκαετίες παρουσίαζε εκπομπές με σπάνιο μουσικό υλικό, ερμηνευτικές προσεγγίσεις και ιστορικές αναφορές.
Η προσωπική γνωριμία και οι δύσκολες στιγμές
Η δική μου προσωπική γνωριμία μαζί του έγινε στην Αθήνα, σε μία περίοδο δύσκολη για τον ίδιο. Ήταν η εποχή που ανέλαβε τη διεύθυνση του Ωδείου Αθηνών. Εκείνες τις ημέρες υπήρχε μεγάλη αναταραχή στον ιεροψαλτικό χώρο. Πολλοί άνθρωποι, που δεν ταυτίζονταν με τη δική του αισθητική και αντίληψη περί ψαλτικής, στάθηκαν απέναντί του με ένταση και σκληρότητα. Το κλίμα ήταν βαρύ και οι επιθέσεις συνεχείς.
Θυμάμαι μία βραδιά σε μία ταβέρνα στο Αιγάλεω. Καθόμασταν μαζί και συζητούσαμε. Με κοίταξε με εκείνο το ήρεμο βλέμμα που τον χαρακτήριζε και μου είπε:
«Βρε Άκη, δεν μπορώ να καταλάβω το μένος αυτών των ανθρώπων. Γιατί τόση επιμονή. Γιατί τόση πίκρα».
Τα λόγια του έβγαιναν από μια ψυχή που είχε κουραστεί από ανθρώπινες μικρότητες. Γνώριζε πολύ καλά πρόσωπα και καταστάσεις. Με αρκετούς είχε συγκρουστεί ακόμη και σε δικαστικό επίπεδο. Οι περισσότερες υποθέσεις είχαν κλείσει και είχαν πάρει τον δρόμο της ειρήνης.
Από εκείνη την πρώτη γνωριμία μου έμεινε βαθιά η εντύπωση του χαρακτήρα του. Ήταν γλυκομίλητος, σοβαρός, ακέραιος και καθαρός στις θέσεις του. Μιλούσε ήρεμα. Σκεφτόταν βαθιά. Είχε άποψη για όλα και ήξερε να την στηρίζει.
Η αισθητική της ψαλτικής και το ισοκράτημα
Θυμάμαι πολύ καθαρά τις συζητήσεις μας για τον ψηφιακό "ισοκράτη". Είχε σαφή θέση και ξεκάθαρη αισθητική γραμμή. Δεν δεχόταν τον ισοκράτη ως στοιχείο αναγκαίο στην εκτέλεση της Βυζαντινής Μουσικής. Πίστευε πως η φωνή του ψάλτη έχει δική της πληρότητα και δική της αυτάρκεια.
Κάποτε του είπα: "Δάσκαλε, σκέψου τον ψάλτη στο χωριό, σε ένα ξωκλήσι, μόνο του, χωρίς χορό και χωρίς στήριγμα". Με άκουσε με προσήλωση και μου απάντησε με τη γνωστή του βεβαιότητα πως ο ψάλτης πρέπει να μάθει να στέκεται μόνος του και να κρατά το μέλος με εσωτερική δύναμη.
Η μαθητεία και το μάθημα ζωής
Εκείνα τα χρόνια, όντας ήδη Πτυχιούχος και Διπλωματούχος της Βυζαντινής Μουσικής, ένιωθα μέσα μου έντονη την ανάγκη να εμβαθύνω περισσότερο. Είχα μάθει πολλά. Είχα διαβάσει αρκετά. Είχα ψάλει. Η δίψα για ουσία παρέμενε ζωντανή. Έτσι αποφάσισα να επικοινωνήσω με το Ωδείο "Φίλιππος Νάκας" και να ζητήσω να κάνω μαθήματα μαζί του.
Εκείνη την περίοδο διατηρούσα το δικό μου Κέντρο Ιταλικών Σπουδών στην οδό Ακαδημίας 95, στην πλατεία Κάνιγγος. Το πρόγραμμα του Ωδείου δεν ταίριαζε καθόλου με το δικό μου καθημερινό ωράριο. Του το εξήγησα. Με άκουσε και αμέσως βρήκε λύση. Συμφωνήσαμε να γίνονται τα μαθήματα Σάββατο και Κυριακή, ημέρες που το κέντρο μου ήταν κλειστό. Ερχόταν ο ίδιος στον χώρο μου, στον έβδομο όροφο της Ακαδημίας, και εκεί γίνονταν τα μαθήματα. Αυτή η πράξη λέει πολλά για τον άνθρωπο. Δείχνει ενδιαφέρον, δοτικότητα και σεβασμό προς τον μαθητή.
Το πρώτο μάθημα
Το πρώτο μάθημα χαράχτηκε μέσα μου. Με ρώτησε τι γνώσεις έχω. Του απάντησε πως είμαι Διπλωματούχος Βυζαντινής Μουσικής. Μου είπε να ψάλλω κάτι. Έψαλα. Με άκουσε με προσήλωση. Το πρόσωπό του έμεινε ανέκφραστο. Δεν μιλούσε. Δεν διέκοπτε.
Όταν τελείωσα, με κοίταξε και μου είπε με σταθερή φωνή: "Ξεκινάμε από το μηδέν".
Η φράση εκείνη στάθηκε για μένα μάθημα ζωής. Εκεί κατάλαβα τι σημαίνει πραγματικός δάσκαλος. Εκείνη την ημέρα ξεκαθάρισαν μέσα μου πράγματα θεμελιώδη. Κατάλαβα την ουσιαστική διαφορά των κυρίων ήχων και των πλαγίων. Κατανόησα τη λογική της δομής τους, τη θέση τους, τη λειτουργία τους μέσα στο σώμα της βυζαντινής μουσικής.
Ήταν σπουδαίος στο μάθημα. Καθαρός στη σκέψη. Ακριβής στη διδασκαλία. Λιτός στον λόγο. Περιεκτικός. Κατέγραφα τα πάντα. Ρουφούσα κάθε λέξη σαν σφουγγάρι. Όταν ήρθε η ώρα να τον πληρώσω, του είπα: "Δάσκαλε, πες μου τι σου οφείλω". Με κοίταξε και μου απάντησε με τρόπο που με συγκίνησε βαθιά:
"Δεν θέλω χρήματα. Η Βυζαντινή Μουσική είναι η αγάπη μου".
Επέμεινα. Εκείνος επέμεινε περισσότερο. Ήταν σταθερός στην απόφασή του. Κατάλαβα πως η διδασκαλία του ήταν προσφορά καρδιάς. Ήταν έκφραση αγάπης προς την τέχνη που υπηρέτησε μέχρι τέλους.
Η τελευταία συνάντηση και η παρακαταθήκη
Το 2011, τρία χρόνια νωρίτερα της κοίμησής του, συμμετείχε στην Επιτροπή Ακροάσεως των Ιεροψαλτών της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Παρουσιάστηκα και εγώ ενώπιον της επιτροπής. Έψαλα. Αξιολογήθηκα. Έλαβα τον διορισμό μου στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Όπλων, όπου διακόνησα ως Πρωτοψάλτης της Αρχιεπισκοπής.
Ο Λυκούργος Αγγελόπουλος ήταν παρών. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροάσεως δεν μου έκανε ούτε μία ερώτηση. Οι ερωτήσεις ήρθαν από τους υπόλοιπους της επιτροπής. Στο τέλος με φώναξε κοντά του. Πλησίασα. Έσκυψε ελαφρά και μου είπε χαμηλόφωνα: "Είσαι φοβερός".
Η φράση εκείνη έμεινε μέσα μου σαν σφραγίδα. Ήταν λόγος βαρύς, λόγος ουσιαστικός, λόγος που ερχόταν από άνθρωπο αυστηρό και βαθύ γνώστη.
Σήμερα, όποτε τον φέρνω στη μνήμη μου, αισθάνομαι ευγνωμοσύνη. Θυμάμαι έναν άνθρωπο δοτικό. Έναν δάσκαλο που μοίραζε γνώση. Έναν άνθρωπο που πρόσφερε χρόνο, κόπο και ψυχή. Έναν εργάτη της βυζαντινής μουσικής. Έναν διακονητή του αναλογίου. Έναν άνθρωπο με πίστη, συνέπεια και εσωτερική ευγένεια.
Ο Λυκούργος Αγγελόπουλος έζησε για την ψαλτική. Υπηρέτησε την παράδοση με αφοσίωση. Δίδαξε γενιές μαθητών. Φώτισε δρόμους. Άφησε έργο σπουδαίο και ζωντανό. Και εγώ κρατώ μέσα μου τη χαρά και την τιμή που τον γνώρισα, που διδάχθηκα από αυτόν και που έλαβα λίγα από τον πλούτο της γνώσεώς του.
Η μνήμη του παραμένει ευλογημένη. Η προσφορά του παραμένει πολύτιμη. Το όνομά του παραμένει συνδεδεμένο με την αυθεντική βυζαντινή παράδοση και με την ευγένεια του αληθινού διδασκάλου.
Αιωνία του η μνήμη.
