Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, η πατριαρχική καθέδρα άλλαξε αρκετές τοποθεσίες, καθώς οι ιστορικές συγκυρίες ανάγκαζαν τους Πατριάρχες σε συνεχείς μετακινήσεις και αλλεπάλληλες περιπέτειες, μέχρι να καταλήξει οριστικά εκεί όπου βρίσκεται σήμερα.
Αμέσως μετά την Άλωση, ο Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (κατά τις πατριαρχίες του το 1453–1456 και το 1458–1465) στέγασε προσωρινά το Πατριαρχείο στον περίφημο ναό των Αγίων Αποστόλων από το 1453 έως το 1456. Μια πολύ πιο μόνιμη στέγη, για 131 συνεχή χρόνια, αποτέλεσε η ιστορική Μονή της Παναγίας της Παμμακαρίστου, από το 1456 έως το 1587. Όταν όμως το Πατριαρχείο εκδιώχθηκε και από εκεί, λόγω της βίαιης μετατροπής της Παμμακαρίστου σε μουσουλμανικό τέμενος (το γνωστό Φετιχιέ Τζαμί), ξεκίνησαν νέες περιπλανήσεις.
Το Πατριαρχείο φιλοξενήθηκε προσωρινά από το 1587 μέχρι το 1597 στον Ιερό Ναό της Θεοτόκου της Παραμυθίας. Το κτίριο αυτό ήταν το μετόχιο των ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας στην Κωνσταντινούπολη, γνωστό και ως «οσπίτια των Βλάχων» ή Βλάχ-Σεράγι. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στον Άγιο Δημήτριο του Κανάβη στην Ξυλόπορτα, όπου παρέμεινε από το 1597 έως το 1600.
Τελικά, το 1601, ο Πατριάρχης Ματθαίος Β΄ (ο οποίος διακόνησε κατά τις περιόδους 1595, 1598–1602 και 1603) έλαβε μια απόφαση που θα άλλαζε τον χάρτη της Πόλης και μετέφερε την έδρα οριστικά στη συνοικία του Φαναρίου.
Για να έχουμε μια καθαρή εικόνα αυτής της μακράς διαδρομής, οι σταθμοί του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέσα στους αιώνες συνοψίζονται παρακάτω:
- Αγία Ειρήνη: Το αποκαλούμενο «Παλαιό Πατριαρχείο».
- Αγία Σοφία: Η έδρα από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου (315) μέχρι και την Άλωση το 1453.
- Ιερός Ναός Αγίων Αποστόλων Νικαίας: Η έδρα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Κωνσταντινούπολη (1205–1262).
- Άγιοι Απόστολοι Κωνσταντινουπόλεως: Από το 1453 έως το 1456.
- Μονή της Παμμακαρίστου: Από το 1456 έως το 1587.
- Θεοτόκος η Παραμυθία (Βλάχ-Σεράι): Από το 1587 έως το 1597.
- Άγιος Δημήτριο Ξυλόπορτας: Από το 1597 έως το 1600.
- Άγιος Γεώργιος στο Φανάρι: Από το 1601 μέχρι και σήμερα.
Εκείνη την εποχή, ο ναός του Αγίου Γεωργίου στο Διπλοφάναρο ήταν το καθολικό μιας μικρής, απέριττης γυναικείας ορθόδοξης μονής. Με την εγκατάσταση του Πατριάρχη, η μοναστική κοινότητα μετακινήθηκε. Κατά το διάστημα 1600–1603, η πρώτη βασική φροντίδα ήταν να ανακαινιστούν τα ερειπωμένα κελιά των μοναχών, ώστε να στεγάσουν τα συνοδικά γραφεία, τα δικαστήρια και την πατριαρχική κατοικία.
Οι Διαδοχικές Φάσεις Ανακαίνισης του Ναού
Ο πάνσεπτος Πατριαρχικός Ναός πέρασε από πολλές κατασκευαστικές φάσεις μέχρι να πάρει τη μορφή που αντικρίζουμε σήμερα. Μια δεύτερη, μεγάλης κλίμακας προσπάθεια έγινε κατά την πατριαρχία του Τιμόθεου Β΄ (1612–1620). Το 1614, ο Πατριάρχης γκρέμισε και επέκτεινε την αρχική εκκλησία, η οποία περιγραφόταν ως εξαιρετικά μικρή, χαμηλή και φτωχική, μετατρέποντάς τη σε μια μεγάλη τρίκλιτη βασιλική.
Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος (1669–1707) διασώζει μια πολύ ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια για αυτή την επέκταση: αναφέρει ότι επί σουλτάνου Αχμέτ, ο Άγιος Γεώργιος υπέστη ζημιές από φωτιά. Επειδή εκείνο τον καιρό χτιζόταν το μεγάλο τζαμί στον Ιππόδρομο (το Μπλε Τζαμί), ο σουλτάνος έδωσε την άδεια να επισκευαστεί και το Πατριαρχείο. Έτσι, ο αρχιμάστορας (κάλφας) του τζαμιού, μαζί με το πλήθος των Χριστιανών μαστόρων που εργάζονταν εκεί, ήρθαν και ανοικοδόμησαν ριζικά τον ναό του Αγίου Γεωργίου.
Αργότερα, κατά την τρίτη πατριαρχία του Καλλινίκου Β΄ του Ακαρνάνος (1694–1702), έγιναν νέες γενικές επισκευές. Ο ναός είχε πια παλιώσει και υπήρχε άμεσος κίνδυνος να καταρρεύσει η στέγη και οι τοίχοι του.
Κατά την πρώτη εικοσαετία του 18ου αιώνα, μια μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε το Πατριαρχείο και τη γύρω περιοχή. Αν και οι ιστορικοί της εποχής (όπως ο Μαθάς, ο Κούμας, ο Βενδότης, ο Σάθας, ο Υψηλάντης και ο Σάρδεων Γερμανός) διαφωνούν για την ακριβή χρονιά, τοποθετώντας τη μεταξύ του 1701, 1707, 1710 ή 1720, το σίγουρο είναι ότι ο Πατριάρχης Ιερεμίας Γ΄ (1716–1726 και 1732–1733) ανέλαβε να ξαναχτίσει το Πατριαρχείο από τα θεμέλια.
Σε επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Άρτης Νεόφυτο, στις 26 Αυγούστου 1720, ο Ιερεμίας ανακοινώνει με χαρά ότι με τη βοήθεια του Θεού οι αρχές έδωσαν την άδεια να οικοδομηθεί εκ βάθρων ο Πατριαρχικός Ναός. Παράλληλα, έστειλε γράμματα και στους ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών, ζητώντας οικονομική βοήθεια για να καλυφθούν τα τεράστια έξοδα της ανέγερσης του ναού και των γύρω οικημάτων.
Ο ιστορικός Βενδότης αναφέρει μάλιστα πως μόλις τελείωσε η οικοδόμηση, η οροφή κατέρρευσε επειδή είχε σχήμα θόλου, αναγκάζοντας τον Πατριάρχη να ξαναχτίσει τη στέγη στη μορφή που έχει σήμερα. Τότε, το 1720, αγοράστηκε και ένα διπλανό αρχοντικό σπίτι για να χρησιμοποιηθεί ως πατριαρχική κατοικία. Το έργο του Ιερεμία συνέχισε ο λόγιος Πατριάρχης Παΐσιος Β΄, κάτι που μαρτυρά η χρονολογία 1746 που βρίσκεται γραμμένη στις περισσότερες Δεσποτικές εικόνες του τέμπλου.
Αυτή η μεγάλη ανακαίνιση αποτυπώνεται μέχρι σήμερα σε τρεις μαρμάρινες επιγραφές στον ναό:
- Η επιγραφή της νότιας πύλης του νάρθηκα: Αναφέρει ότι ο ναός χτίστηκε από τα θεμέλια επί Ιερεμία Γ΄, με έξοδα των πιστών και με την επίβλεψη κορυφαίων μητροπολιτών και αρχόντων, με ημερομηνία 18 Δεκεμβρίου 1720.
- Η επιγραφή στην κεντρική είσοδο: Σημειώνει ότι η πύλη κατασκευάστηκε το 1720 με έξοδα του Κωνσταντίνου, καπουκεχαγιά (αντιπροσώπου) της Μολδοβλαχίας.
- Η επιγραφή στο δάπεδο: Στη δεξιά πλευρά της κεντρικής εισόδου, αναφέρεται ότι το πάτωμα στρώθηκε με πλάκες τον Δεκέμβριο του 1720, με δαπάνη του άρχοντα Αθανασάκη Κιουρτσήμπασι.
Όταν ξέσπασε η επόμενη μεγάλη πυρκαγιά του 1738, το Πατριαρχείο έπαθε ξανά τεράστιες ζημιές, όμως, όπως διασώζει ο Υψηλάντης, ο ναός, τα κελιά των ιερέων και το συνοδικό δωμάτιο σώθηκαν σαν από θαύμα.
Οι Αλλαγές του 1797 και η Σημερινή Μορφή
Πέρασαν εξήντα χρόνια μέχρι να ξεκινήσει, το 1797, ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ ένα νέο μεγάλο πρόγραμμα ανακαίνισης. Το 1798 έγιναν στερεωτικές εργασίες στο Ιερό Βήμα, όπου για πρώτη φορά τοποθετήθηκαν τρεις Αγίες Τράπεζες. Αποφασίστηκε το δεξί (νότιο) κλίτος να λειτουργεί ως παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Αγία Ευφημία και στην Παναγία την Παμμακάριστο (καθώς εκεί φυλάσσεται η ιστορική ψηφιδωτή εικόνα της), ενώ το αριστερό (βόρειο) κλίτος αφιερώθηκε στους Τρεις Ιεράρχες.
Αυτή η σύνδεση με την Παναγία την Παμμακάριστο κρατά από παλιά: κάθε φορά που άλλαζε έδρα το Πατριαρχείο, ο νέος ναός τιμούσε και το όνομα της Παμμακαρίστου, σε ανάμνηση της παλιάς μακρόχρονης έδρας. Όπως σημειώνει ο Μελέτιος Αθηνών, ήδη από το 1614 ο Τιμόθεος Β΄ είχε θεσπίσει να τιμάται ο Άγιος Γεώργιος και στη μνήμη της Παναγίας.
Η τελευταία ριζική αλλαγή έγινε επί Γρηγορίου ΣΤ΄ (1835–1840). Ενώ το μήκος και το πλάτος του ναού παρέμειναν ίδια από την εποχή του 1720, η στέγη υψώθηκε σημαντικά παίρνοντας τη σημερινή της μορφή. Μέχρι τότε, ο ναός περιγραφόταν ως μικρός, χαμηλός και σκοτεινός, αφού το ύψος του έφτανε μόλις μέχρι το σημείο όπου βρίσκεται σήμερα ο άμβωνας.
Η Πνευματική Γέφυρα: Άγιον Όρος και Φανάρι
Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα, η μουσική παράδοση στην Κωνσταντινούπολη βρέθηκε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Μετά από μια μακρά περίοδο παρακμής, το Πατριαρχείο βρέθηκε δίχως ικανούς δασκάλους της ψαλτικής τέχνης, με κίνδυνο να αλλοιωθεί ή να χαθεί η γνώση της βυζαντινής μουσικής σημειογραφίας.
Τότε, η διοίκηση της Εκκλησίας στράφηκε στο Άγιο Όρος, το οποίο παρέμενε το μεγάλο καταφύγιο της παράδοσης. Από εκεί προσκλήθηκε μια σπουδαία πνευματική και μουσική μορφή, ο Ιερομόναχος Δαμιανός ο Βατοπαιδινός, μαθητής του Κοσμά του Μακεδόνα.
Η Καθοριστική Έλευση του Δαμιανού του Βατοπαιδινού
Ο Δαμιανός εγκαταστάθηκε στο Φανάρι και η προσφορά του εντοπίζεται κυρίως κατά την περίοδο της ακμής του, μεταξύ των ετών 1680 και 1710. Έμεινε εκεί όσο χρειαζόταν για να οργανώσει εκ νέου τη διδασκαλία και να μπολιάσει το Πατριαρχείο με την αγιορείτικη αυστηρότητα. Ο Δαμιανός ήταν άριστος μελοποιός, γραφέας χειρογράφων και βαθύς γνώστης της μουσικής. Η επίδρασή του στην πατριαρχική ψαλτική ήταν κομβική, καθώς γεφύρωσε το αγιορείτικο ύφος με τη μεγαλοπρέπεια της Πόλης.
Υπήρξε ο δάσκαλος του Παναγιώτη Χαλάτζογλου. Ο Χαλάτζογλου, μαθητεύοντας κοντά του, ανέπτυξε τις βάσεις του και αργότερα, κατά την περίοδο 1721–1736, υπηρέτησε ως Άρχων Πρωτοψάλτης του Οικουμενικού Θρόνου. Καθιερώθηκε έτσι ως ο θεμελιωτής αυτού που ονομάζουμε σήμερα «ύφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας». Αυτή η σχέση εγκαινίασε μια διαρκή ώσμωση, όπου το Άγιο Όρος προσέφερε τη μοναστική κατάνυξη και τη διατήρηση των παλαιών κειμένων, ενώ το Φανάρι έδινε στα μέλη αυτά τη μεγαλοπρέπεια, την τεχνική αρτιότητα και το αυτοκρατορικό ανάστημα της Βασιλεύουσας.
Οι Χρυσοδάκτυλοι των Αναλογίων
Τα αναλόγια του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, το δεξί του Πρωτοψάλτη και το αριστερό του Λαμπαδάρη, φιλοξένησαν τις μεγαλύτερες φωνές της Ανατολής. Ο τρόπος που έψαλλαν δημιούργησε μια σχολή που χαρακτηρίζεται από δωρικότητα, σεμνότητα και απόλυτη μεγαλοπρέπεια. Δύο μορφές στέκονται ως απόλυτοι φάροι στην ιστορία αυτής της παράδοσης.
Πέτρος ο Πελοποννήσιος: Η Μουσική Ιδιοφυΐα του 18του Αιώνα
Ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος, ο οποίος υπηρέτησε ως Λαμπαδάριος του Πατριαρχείου μέχρι τον θάνατό του το 1778, θεωρείται η πιο προικισμένη μουσική μορφή ολόκληρης της μεταβυζαντινής εποχής. Η συμβολή του ήταν επαναστατική, καθώς είχε την ικανότητα να καταγράφει βυζαντινούς αλλά και οθωμανικούς κοσμικούς σκοπούς με την πρώτη ακρόαση, κερδίζοντας τον σεβασμό ακόμα και των κορυφαίων μουσικών της Σουλτανικής Αυλής, οι οποίοι τον αποκαλούσαν «Χότζα».
Ο Πέτρος απλοποίησε και εξήγησε την παλαιά, δυσνόητη μουσική σημειογραφία. Έγραψε αμέτρητα βιβλία και παρέδωσε στις επόμενες γενιές το κλασικό πατριαρχικό ρεπερλόριο μελοποιημένο με απόλυτη σαφήνεια, διασώζοντας έτσι ένα τεράστιο μέρος της βυζαντινής μουσικής κληρονομιάς που διαφορετικά θα είχε χαθεί.
Ιάκωβος Ναυπλιώτης: Η Φωνή-Θρύλος του 20ού Αιώνα
Στην άλλη άκρη της ιστορικής αλυσίδας στέκεται ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης, ο οποίος γεννήθηκε το 1864 και υπηρέτησε στο Φανάρι από το 1888 έως τη συνταξιοδότησή του το 1938. Ο Ναυπλιώτης θεωρείται η απόλυτη επιτομή του πατριαρχικού ύφους. Διέθετε μια φωνή με σπάνιο βάθος, όγκο και μεγαλοπρέπεια, η οποία συμβάδιζε πάντα με την εκκλησιαστική ιεροπρέπεια.
Ο Ναυπλιώτης κράτησε το αναλόγιο προσηλωμένο στην αυστηρή, δωρική γραμμή των παλαιών δασκάλων, μακριά από νεωτερισμούς ή ευρωπαϊκές επιδράσεις. Είναι ο πρώτος Άρχων Πρωτοψάλτης που αποτύπωσε τη φωνή του σε δίσκους γραμμοφώνου (γύρω στο 1914), αφήνοντας μια ανεκτίμητη ακουστική παρακαταθήκη που αποτελεί μέχρι σήμερα οδηγό για την ορθή πατριαρχική προφορά και εκτέλεση.
Οι Μοναδικές Παραδόσεις του Πατριαρχικού Αναλογίου
Το Φανάρι διατηρεί μέχρι τις μέρες μας ορισμένες ιδιαιτερότητες που ξαφνιάζουν ευχάριστα όποιον επισκέπτεται τον ναό για πρώτη φορά.
Ψαλμωδία Χωρίς Βιβλία
Οι Άρχοντες του Πατριαρχείου έχουν τόσο υψηλή εκπαίδευση, πείρα και καθημερινή τριβή που ψάλλουν τα πάντα από στήθους κατά τη διάρκεια των επίσημων λειτουργιών. Έχουν το κείμενο και τις μουσικές γραμμές αποτυπωμένα στη μνήμη τους, πράγμα που τους επιτρέπει να είναι απόλυτα συγκεντρωμένοι στην προσευχή και στο πνευματικό βάρος της στιγμής.
Οι Κανονάρχες με την Πλάτη Γυρισμένη
Μια άλλη μοναδική διάταξη αφορά τους νεαρούς κανονάρχες, τους βοηθούς των ψαλτών που απαγγέλλουν τους στίχους πριν τους ψάλει ο χορός. Στο Πατριαρχείο, οι κανονάρχες στέκονται μπροστά στο αναλόγιο κρατώντας το βιβλίο, έχοντας όμως την πλάτη τους γυρισμένη σε αυτό, καθώς κοιτούν κατά πρόσωπο τον Πρωτοψάλτη. Με τον τρόπο αυτό, συντονίζουν τον ρυθμό και την αναπνοή τους αποκλειστικά με τα νεύματα του χεριού και την έκφραση του δασκάλου τους.
Επίλογος
Ο Πατριαρχικός Ναός του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό με βαθιές ιστορικές ρίζες. Ξεκίνησε από τα ταπεινά κελιά μιας γυναικείας μονής και, χάρη στην πνευματική αιμοδοσία του Αγίου Όρους και την εμφάνιση μουσικών μεγαθηρίων όπως ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος και ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης, διασώζει μέχρι σήμερα στους τοίχους του τους κραδασμούς μιας μουσικής παράδοσης που παραμένει αναλλοίωτη εδώ και αιώνες.



0 Σχόλια