Η Μνήμη και η Υμνολογία της Παναγίας-Εγκώμια και Επιτάφιος της Παναγίας

η εικόνα απεικονίζει την Κοιμηση της Υπεραγιας Θεοτόκου Μαρίας

Ο Δεκαπενταύγουστος και ο Επιτάφιος της Παναγίας.

Η Καθιερωμένη Εικόνα και η Νέα Πρακτική.

Όταν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μιλούμε για επιτάφιο και εγκώμια, αμέσως ο νους μας πηγαίνει συνήθως τη Μεγάλη Παρασκευή, όπου το πλήθος των πιστών έρχεται να προσκυνήσει μέσα στο ανθοστόλιστο κουβούκλιο το εικονιζόμενο σώμα του Χριστού. Υπάρχει όμως σε πολλά μέρη του ορθόδοξου κόσμου η ευλαβής συνήθεια να στολίζουν ανάλογο κουβούκλιο με άνθη την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου, και μέσα εκεί να αποθέτουν την εικόνα της Κοιμήσεως της Παρθένου, ψάλλοντάς της επίσης εγκώμια με συντριβή και κατάνυξη που θυμίζει τις πένθιμες ώρες της Μεγάλης Παρασκευής. Έτσι κάνουν συνήθως σε πολλά Ορθόδοξα Μοναστήρια, αφού είναι γνωστή η ιδιαίτερη ευλάβεια των μοναχών προς το πάνσεπτο πρόσωπο της Αειπαρθένου, στην οποία άλλωστε έχει αφιερωθεί κι ολόκληρο το Άγιον Όρος ως αποκλειστικά δικό της περιβόλι.

Η Έκπληξη των Πιστών.

Επειδή όμως αυτό το ευλαβικό έθιμο δεν είναι ευρύτερα γνωστό ανάμεσα στα πλήθη των πιστών μας, είναι πολύ φυσικό ορισμένοι να παραξενεύονται, κι ίσως ακόμη και να σκανδαλίζονται, βλέποντας τον επιτάφιο της Παναγίας. Από τότε μάλιστα που αυτό το έθιμο άρχισε να παρουσιάζεται, έστω και σποραδικά, και στην Αυστραλία, όπως π.χ. στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στο Earlwood, η ανάγκη να εξηγηθούν μερικά βασικά πράγματα γύρω απ' αυτό το θέμα γίνεται ακόμη πιο επιτακτική. Η πρώτη εντύπωση του πιστού που θα μπει στο ναό και θα δει για πρώτη φορά σε εικόνα το σώμα της Θεοτόκου να βρίσκεται τοποθετημένο σε προσκύνηση μέσα σε μεγαλόπρεπο ανθοστόλιστο κουβούκλιο, δε χωρεί αμφιβολία πως θα είναι η έκπληξη και η απορία.

Η Θεολογική Διάσταση του Ενταφιασμού.

Η Μοναδικότητα του Θείου Πάθους.

Ο πιστός δικαιολογημένα θα διερωτηθεί: καλά, ο Χριστός είναι Θεός, και ο επιτάφιος θρήνος έρχεται με κάθε θεολογική νομιμότητα να πλαισιώσει όχι μονάχα την οφειλετική προσκύνηση προς το πανάχραντο σώμα του Κυρίου, αλλά και να εκφράσει λατρευτικά το φρικτό δέος γης και ουρανού μπροστά στο ανήκουστο θέαμα ενός Θεού σαβανωμένου. Φυσικό λοιπόν είναι η Εκκλησία έναν τέτοιο καινοφανή και ανήκουστο ενταφιασμό να τον υμνεί ως την άκρα του Θεού συγκατάβαση, όπως εκφράζεται στο γνωστό τροπάριο όπου η ζωή κατατίθεται εν τάφω. Ερωτάται όμως ύστερ' απ' όλα αυτά: δικαιολογείται ανάλογη έκπληξη μπροστά στην Κοίμηση της Παναγίας, για να στολίζουμε και γι' αυτήν επιτάφιο και να ψάλλουμε εγκώμια; Δεν ήταν αυτή άνθρωπος σαν εμάς; Δεν ήταν φυσικό να πεθάνει και να ενταφιασθεί όπως όλα τα άλλα δημιουργήματα, αφού κι η ίδια δεν είχε συλληφθεί ασπόρως; Γιατί να δώσουμε τέτοια έμφαση στην Κοίμησή της και να προσκυνήσουμε λατρευτικά το νεκρό σώμα της, τοποθετώντας το έτσι σχεδόν στην ίδια βαθμίδα με το πανάχραντο σώμα του Θεανθρώπου;

Η Σάρκα της Θεοτόκου και η Ενανθρώπηση.

Τα ερωτήματα αυτά εκ πρώτης όψεως είναι και εύλογα και φυσικά, γι' αυτό και φαίνονται τελείως δικαιολογημένα. Έτσι όμως σκέφτεται κανείς μόνο όταν δεν εμβαθύνει στο μυστήριο του Χριστού και της Παναγίας. Γιατί τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά όταν θυμηθούμε τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας σχετικά με την ενανθρώπηση του Θεού. Το θεμελιωδέστερο στοιχείο αυτής της διδασκαλίας είναι ότι η Παναγία συνέλαβε τον Υιό του Θεού ασπόρως, δηλαδή άνευ σποράς ανδρός, υπερφυώς, καθώς ο Θεός έγινε άνθρωπος εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Έχοντας αυτή τη θεμελιώδη αλήθεια στο νου μας, θα πρέπει τώρα να ρωτήσουμε με πολλή ευλάβεια και προσοχή τι σώμα κλαίμε, υμνολογούμε και προσκυνούμε στον επιτάφιο του Χριστού. Ασφαλώς όχι ένα σώμα αμαρτωλό και φθαρτό σαν τα δικά μας σώματα, γιατί αυτό θα ήταν ειδωλολατρία και αρειανισμός, ούτε όμως πάλι και το τεθεωμένο σώμα του Χριστού που ανέβηκε στους ουρανούς. Κατά το πάθος και τον θάνατό του ο Χριστός έμεινε ο απαθής τη θεότητι, και εν τάφω ευρέθη μόνον σωματικώς. Το σώμα λοιπόν που ενταφιάζουμε και προσκυνούμε στον επιτάφιο του Χριστού είναι αυτό το ίδιο το σώμα της Αειπαρθένου Μαρίας, η σάρκα που του εδάνεισε εκ των αχράντων αιμάτων της.

Η Μετάσταση και η Τιμή της Παναγίας.

Απ' όλους αυτούς τους ευλαβείς συλλογισμούς προκύπτουν δύο βασικά συμπεράσματα για την ορθόδοξη λατρεία:
α) ότι αφού το σώμα του Χριστού που προσκυνούμε στον επιτάφιο δεν είναι άλλο απ' αυτό το ίδιο το σώμα της μητέρας του, κανείς θεολογικός ή δογματικός λόγος δεν μας εμποδίζει να τιμήσουμε με επιτάφιο και εγκώμια και το πανάχραντο σώμα της Παναγίας κατά την ένδοξο κοίμησή της
β) ότι αφού το σώμα της Παναγίας αφθαρτοποιήθηκε λόγω της υπερφυούς κυοφορίας του Λόγου, επόμενο ήταν να μη μείνει στη γη και να λιώσει, αλλά να τύχει ιδιαιτέρας τιμής. Οπότε πολύ δικαιολογημένα η Εκκλησία πίστεψε πάντοτε στη μετάσταση της Θεοτόκου, συμπυκνώνοντας όλο αυτό το άρρητο μυστήριο στο απαράμιλλο απολυτίκιο της εορτής.

Προσωπικά Βιώματα και Λειτουργικός Προβληματισμός.

Η Γνωριμία με το Έθιμο στην Ιταλία.

Η αλήθεια είναι ότι, όταν πρωτοείδα τον επιτάφιο της Παναγίας το 2002 στο Galliciano, ένα ελληνόφωνο χωριό της Κάτω Ιταλίας, σε Ορθόδοξο Ναό όπου είχα παρευρεθεί με τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Νείλο Βατοπεδινό, εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα και χάρηκα πολύ με ένα τέτοιο έθιμο. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά και τα εγκώμια της Παναγίας, καθώς στην Ελλάδα δεν τα είχα ακούσει ποτέ, ούτε γνώριζα το έθιμο. Με τα χρόνια, άρχισαν να εμφανίζονται και στην Ελλάδα ορισμένες πόλεις όπου τελείται ο επιτάφιος της Παναγίας και ψάλλονται τα εγκώμια. Κατόπιν τούτου περιήλθαν εις χείρας μου δύο εγκύκλιοι, η μία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από το 1865 και η άλλη του Οικουμενικού Πατριαρχείου από το 1890, οι οποίες απαγορεύουν τον επιτάφιο και τα εγκώμια της Παναγίας. Κατόπιν τούτου προβληματίστηκα, διότι για να ακυρωθεί μία εγκύκλιος απαιτείται η έκδοση νεωτέρας, την οποία δεν εντόπισα πουθενά.

Είναι απεικονιση εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου που απαγορευει τα εγκωμια της Παναγίας
Απαγορευτική Εγκύκλιος Εγκωμίων της Παναγίας
Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας

Απαγορευτική εγκύκλιος εγκωμίων της Παναγίας Οικουμενικού Πατριαρχείου
Απαγορευτική Εγκύκλιος Εγκωμίων της Παναγίας
Οικουμενικό Πατριαρχείο Κων/λεως

Ισορροπία Μεταξύ Παράδοσης και Εκκλησιαστικής Τάξης.

Τα λόγια του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού τα θεωρώ ορθά και εύστοχα, εξάλλου με τα εγκώμια και τον επιτάφιο αποδίδεται τιμή και δόξα στην Παναγία μας, γεγονός που πνευματικά και συναισθηματικά αγγίζει βαθύτατα τους πιστούς. Ωστόσο, οφείλουμε να επιδεικνύουμε υπακοή στον οικείο Μητροπολίτη και ποιμενάρχη μας, τηρώντας τις αποφάσεις του, καθώς η Εκκλησία μας δεν είναι ακέφαλη. Μου έρχεται στον νου το «Υπεραγία Θεοτόκε» που λέγεται από τον ψάλτη στο «Της Παναγίας Αχράντου» του ιερέως. Τυπικώς δεν προβλέπεται να παρεμβάλλεται, καθώς αποτελεί ευχή του ιερέως προς τον Κύριο η οποία καταλήγει στο «Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», ώστε να απαντά ο ψάλτης «Σοι, Κύριε».
Ωστόσο, όταν ο λαός ακούει τον ιερέα να εκφωνεί «Της Παναγίας Αχράντου υπερευλογημένης», αυθόρμητα αναφωνεί «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», από αγάπη, τιμή και βαθύ σεβασμό προς τη Θεοτόκο, την άσπιλη και αμόλυντη, εκείνη που χάρισε τον μοναδικό Υιό της για τη σωτηρία του κόσμου. Θεωρώ, λοιπόν, με κάθε σεβασμό προς τους καθηγητές Λειτουργικής και Τυπικού —σεβασμό που τηρείται και στο Άγιον Όρος— ότι δεν είναι κατ' ανάγκην λάθος να το εκφράζει κανείς και χαμηλόφωνα, με ευλάβεια και διάκριση.

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Κιτίου
Θεώρηση / Απόψεις: Άκης Ν. Λιλιόπουλος
Εκπαιδευτικός – Καθηγητής-Πρωτοψάλτης

NewsLetter (Εγγραφή)