Ανδρέας Πετρόχειλος (1920-2010+). Η Φωνή του Φαναριού στον Βόσπορο και την Αθήνα- Ο Οδοιπορος της Πατριαρχικής Τέχνης

Η γενέθλια γη των Ταταούλων και οι πρώτες μουσικές μυήσεις

Τα ευσεβή θεμέλια και οι γλωσσικές σπουδές

Στην ιστορική και πυκνοκατοικημένη γειτονιά των Ταταούλων στην Κωνσταντινούπολη, μέσα σε ένα περιβάλλον βαθιάς χριστιανικής πίστης και αρχοντιάς, είδε το φως της ημέρας ο Ανδρέας Πετρόχειλος. Οι γονείς του, ο Απόστολος και η Γλυκερία, φρόντισαν να ποτίσουν την ψυχή του με τα νάματα της παράδοσης και τα χρηστά ήθη της Πόλης. Αφού παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού Σχολείου, συνέχισε στα θρανία του εξατάξιου Γυμνασίου της περιοχής. Παράλληλα, διέθετε σπάνια έφεση στα γράμματα, με αποτέλεσμα να σπουδάσει και να μιλάει με απόλυτη φυσικότητα και ευχέρεια τόσο την τουρκική όσο και την αγγλική γλώσσα στην καθημερινότητά του.

Ο κανονάρχης του Αγίου Δημητρίου και οι σπουδαίοι δάσκαλοι

Από τρυφερή ηλικία, σχεδόν δεκαετών, η κλίση του προς τον οίκο του Θεού τον οδήγησε στο αναλόγιο του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου της Κοινότητος Ταταούλων, όπου ανέλαβε ταπεινά τα καθήκοντα του κανονάρχου. Το 1935 άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του, ξεκινώντας μαθήματα βυζαντινής μουσικής δίπλα στον πρωτοψάλτη του ναού Ιωάννη Ζαχαρόπουλο, τα οποία και συνέχισε αδιάλειπτα μέχρι τα έτη 1939-1940. Κατά τη χρονική περίοδο 1940-1945, η αναζήτησή του για την τέχνη του μέλους τον οδήγησε σε ιδιαίτερα μαθήματα θεωρίας και πράξης κοντά στον Νικόλαο Ραιδεστηνό, πρώην πρωτοψάλτη της Ευαγγελίστριας στα προπόδια των Ταταούλων και γόνο της μεγάλης οικογένειας του αρχιπρωτοψάλτου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γεωργίου Ραιδεστηνοῦ.

Η λαμπρή πορεία στο Φανάρι και η κορύφωση της δομεστικίας

Η είσοδος στον Πατριαρχικό Ναό και η πνευματική θητεία

Το σωτήριον έτος 1945, επί της πατριαρχίας του Βενιαμίν και ύστερα από εύστοχη πρόταση του αξεπέραστου αρχιπρωτοψάλτου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Κωνσταντίνου Πρίγγου, ο νεαρός Ανδρέας προσλήφθηκε ως βοηθός δομέστικος στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Μετά την πάροδο μερικών ετών και καθώς η αριστερή θέση του β’ δομεστίκου είχε μείνει χηρεύουσα, την ανέλαβε τηρώντας απαρέγκλιτα την πατριαρχική παράδοση. Στάθηκε τότε δίπλα στον θρυλικό Άρχοντα Λαμπαδάριο Θρασύβουλο Στανίτσα, απορροφώντας τη σπάνια τεχνική και το απαράμιλλο ήθος του αναλογίου.

Η χειροθεσία από τον Αθηναγόρα και η συναναστροφή με τους κορυφαίους

Την Κυριακή 8 Ιανουαρίου 1949, ημέρα κατά την οποία ετελείτο η Θεία Λειτουργία, έλαβε χώρα η επίσημη τελετή χειροθεσίας του, συνοδευόμενη από την απονομή του οφφικίου και του χαρακτηριστικού μαύρου σκούφου-καλπακίου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα Α’, ο οποίος και τον αναγόρευσε επίσημα σε Άρχοντα Δομέστιχο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς δομεστικίας του, από το 1945 μέχρι και το 1955, αξιώθηκε να ακούσει τους κορυφαίους πρωτοψάλτες Κωνσταντίνο Πρίγγο και Θρασύβουλο Στανίτσα, διδασκόμενος δια ζώσης την παράδοση, το εκκλησιαστικό τυπικό και την υπέροχη εκτέλεση των ύμνων, σύμφωνα με το σεμνό και ιεροπρεπές πατριαρχικό ύφος.

Οι θύελλες της Ιστορίας, οι διωγμοί και η προσφυγιά

Η μετάβαση στον Βόσπορο, στα Πριγκιποννήσια και στο Πέραν

Το 1955, πιεζόμενος από προσωπικές υποχρεώσεις και τον μεγάλο φόρτο εργασίας, υπέβαλε την παραίτησή του και ανέλαβε τη θέση του πρωτοψάλτου στον Ιερό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Μέγα Ρεύμα του Βοσπόρου. Ωστόσο, μετά τα τραγικά γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους και τις βιαιοπραγίες των Τούρκων κατά του ελληνικού στοιχείου της Πόλης, ανέλαβε τη χηρεύουσα θέση του πρωτοψάλτου της Ιεράς Μητροπόλεως Πριγκιποννήσων υπό τον Μητροπολίτη Δωρόθεο, υπηρετώντας έως τον Ιούλιο του 1962. Τότε, κατόπιν πατριαρχικής αδείας, διορίστηκε πρωτοψάλτης και χοράρχης στον Καθεδρικό Ιερό Ναό της Παναγίας του Πέραν, όπου και χρημάτισε μέχρι το 1964.

Η οδυνηρή απέλαση και ο ξεριζωμός από την πατρογονική γη

Τον Ιούλιο του 1964, η σκληρή ανθελληνική πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης, με σκοπό την εκρίζωση και τον διωγμό των Ελλήνων της Πόλης, έφερε την τραγική απέλασή του από την Κωνσταντινούπολη. Υποχρεώθηκε έτσι να εγκαταλείψει την κατοικία του, την επιχείρησή του —ένα κατάστημα υποκαμίσων— και τους τάφους των γονέων του, για να καταφθάσει μοιραίως στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην αγκαλιά της Αθήνας, μαζί με τη σύζυγό του Αναστασία και τα παιδιά τους.

Η νέα ζωή στην Αθήνα και η μακροχρόνια διακονία στον Βύρωνα

Οι πρώτοι σταθμοί στα προσφυγικά αναλόγια της Αττικής

Τον Οκτώβριο του 1964 διορίστηκε ως α’ ψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου στα Ταμπούρια του Πειραιά, ενώ το 1967 ανέλαβε την ίδια θέση στον Ιερό Ναό Αγίου Αιμιλιανού στον λόφο Σκουζέ, όπου και εχρημάτισε μέχρι τον Ιούλιο του 1968. Με τη φωνή και την ερμηνεία του, μετέφερε την αύρα της Πόλης στα αττικά αναλόγια, συγκινώντας τους πιστούς.

Η πολυετής προσφορά στον Άγιο Δημήτριο Νέας Ελβετίας

Το 1968 εκλήθη και διορίστηκε ως α’ ψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου στη Νέα Ελβετία Βύρωνος, όπου εξακολουθούσε να ψάλλει επί δεκαετίες τα μεγαλεία της βυζαντινής μουσικής με πολύ ζήλο και αμέριστη αγάπη προς τα θεία, υπηρετώντας με συνέπεια μέχρις ότου αποφάσισε να παραιτηθεί περί το 2008, κλείνοντας έναν τεράστιο κύκλο στα αναλόγια.

Η πλούσια συνδικαλιστική, καλλιτεχνική και χορωδιακή δράση

Η συμμετοχή στα σωματεία και το σπάνιο ήθος του

Από το 1967 υπήρξε ενεργό μέλος του Πανελληνίου Συλλόγου «Ρωμανός ο Μελωδός» και «Ιωάννης ο Δαμασκηνός». Το 1972, επί προεδρίας Αντωνίου Μπελούση, έθεσε υποψηφιότητα στις αρχαιρεσίες του συλλόγου, λαμβάνοντας 167 ψήφους μεταξύ 191 ψηφισάντων. Παρά την εκλογή του και την καθολική του αναγνώριση στον ιεροψαλτικό χώρο, επέστρεψε σχεδόν αμέσως την προεδρία στον προκάτοχό του, λέγοντάς του χαρακτηριστικά ότι οι γνώσεις και η πείρα του ανήκονταν σε εκείνον, ενώ ο ίδιος περιορίστηκε ταπεινά στη θέση του απλού συμβούλου.

Οι δισκογραφικές εργασίες και οι μνημειώδεις συναυλίες

Είχε στο ενεργητικό του δεκάδες εμφανίσεις με τον Πανελλήνιο Σύλλογο Ιεροψαλτών και πολλές δισκογραφικές εργασίες στην εταιρεία Columbia. Συνεργάστηκε σε συναυλίες με τον αρχιπρωτοψάλτη Θρασύβουλο Στανίτσα και τον αείμνηστο καθηγητή Γεώργιο Τσατσαρώνη, ενώ συμμετείχε σε τηλεοπτικές και εκκλησιαστικές εμφανίσεις στην Αίθουσα Παρνασσού. Παράλληλα, διηύθυνε εικοσαμελείς χορωδίες με Κωνσταντινουπολίτες συναδέλφους του σε ιστορικές εμφανίσεις στη Μονή Πεντέλης, στον Άγιο Ανδρέα Πατρών και στη Μυτιλήνη, όπου οι συναυλίες του άφησαν εποχή.

Η οικογενειακή γαλήνη, το τέλος της επίγειας πορείας και η αθάνατη παρακαταθήκη

Η θαλπωρή της οικογένειας και η συνταξιοδότηση

Στην προσωπική του ζωή, ενυμφεύθη την καλή σύντροφο της ζωής του, την Αναστασία, και απέκτησε δύο παιδιά, έναν υιό και μία θυγατέρα η οποία του χάρισε εγγονούλες. Μετά τη συνταξιοδότησή του από την επαγγελματική του δραστηριότητα, αφιέρωσε τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο του στην αγαπημένη του οικογένεια, στα παιδιά και στα εγγόνια του, ζώντας με απλότητα.

Η κοίμηση του Άρχοντος και η αιώνια μνήμη

Ο Άρχων Δομέστιχος Ανδρέας Πετρόχειλος απεβίωσε το 2010 σε ηλικία 90 ετών, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια και ανεκτίμητη κληρονομιά. Υπηρέτησε τη βυζαντινή μουσική και τη θεία υμνωδία με ανείπωτη απλότητα για περισσότερα από εξήντα χρόνια, διακρινόμενος για τον ρυθμό, την άρθρωση, τη σεμνότητα και την απόλυτη προσήλωσή του στο γνήσιο πατριαρχικό ύφος, παραμένοντας για πάντα αγαπητός στους συναδέλφους και στους αμέτρητους μαθητές του.

NewsLetter (Εγγραφή)